-φι(ν)

Α
αρχαϊκό επίθημα ουσ. που απαντά κυρίως στην Μυκηναϊκή. Δηλώνει την τοπική και την οργανική πτώση, συνήθως τού πληθυντικού και συνάπτεται απευθείας στο θέμα τών ονομάτων τής α' και γ' κλίσης χωρίς συνδετικό φωνήεν, πρβλ. τα μυκην. rewopi = λεFομπ-φι (< θ. τού λέων, -οντος), pawepi = φαρFεσ-φι (< θ. τού φάρος, -ους), kitopi = χιτωμ-φι (< θ. τού χιτών, -ῶνος). Το επίθημα απαντά ορισμένες φορές και στον Όμηρο, όπου εξυπηρετεί όλες τις χρήσεις τών πλάγιων πτώσεων ενικού και πληθυντικού, εκτός τής αιτιατικής, και επεκτείνεται και στην β' κλίση (πρβλ. θεό-φι), από την οποία αποσπάστηκε η μορφή -ό-φι και πέρασε και στις άλλες κλίσεις (πρβλ. ἐσχαρ-ό-φι, κοτυληδον-ό-φι). Κατ' εξαίρεση, τέλος, το επίθημα -φι μαρτυρείται έμμεσα και σε διαλεκτικούς τύπους (πρβλ. αργολ. τ. πατροφιστί και ἐπιπατρόφι-ον < αμάρτυρο τ. *πατρόφι].Ετυμολογικά, το -φι(ν) δεν παρουσιάζει δυσχέρειες και δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ως δάνειος τ. τού προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος. Αντίθετα, ο τ. μπορεί να αναχθεί στο θ. τού ΙΕ τ. *bhē / *bhō ενός αναφορικού-προσδιοριστικού και βεβαιωτικού μορίου (βλ. και λ. φή) και εμφανίζει τις μορφές *-bhi και *-bhei. Η μορφή *-bhi απαντά και σε τύπους άλλων ΙΕ γλωσσών, πρβλ. τα: αρχ. ινδ. -bhih, αβεστ. -bis, γαλατικό -bi, δηλωτικά τής οργανικής πτώσης, καθώς και τοχαρικό Β' -epi, δηλωτικό τής γενικής. Η μορφή *-bhei συνδέεται με τον σχηματισμό τής προσωπικής αντωνυμίας σφεῑς* και απαντά στο μυκηναϊκό pei, που αντιστοιχεί σε έναν αμάρτυρο τύπο δοτικής *σ-φει, παράλληλος τού σφι(ν) (πρβλ. και λατ. sibei > sibi), ενώ ακόμη μεγαλύτερη ομοιότητα ως προς την μορφή τού -φι(ν) παρουσιάζει ο σπάνιος λακωνικός τύπος δοτικής φιν (βλ. λ. σφεις).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.